Μήπως, τελικά, ο Πούτιν δεν είναι τόσο ισχυρός;

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Πούτιν απλώς αποφεύγει κινήσεις που είναι πιθανό να τον φέρουν σε ευθεία αντιπαράθεση με τους άλλους ισχυρούς, εκτιμώντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση έχει πολύ περισσότερα να χάσει – κάτι που, σε μεγάλο βαθμό, κάνουν και οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί και οι Τούρκοι και οι Ευρωπαίοι.

Είναι πράγματι η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν ο μεγάλος νικητής του πολέμου στη Συρία;
Μπορεί να κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλει στη συγκεκριμένη χώρα, έστω και με δυσκολία; Και τελικά, κατάφερε δικαιωματικά να της επιστραφεί ο τίτλος της παγκόσμιας υπερδύναμης;

Αντί άλλης απάντησης, ας πάρουμε τα γεγονότα με τη σειρά.

Είναι αδιαμφισβήτητο, καταρχήν, το γεγονός ότι η ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, τον Σεπτέμβριο του 2015, άλλαξε τον ρου του πολέμου. Με τη δική της αποφασιστική αεροπορική στήριξη και τη χερσαία συνδρομή του Ιράν και της λιβανέζικης Χεζμπολάχ, ο Άσαντ και το καθεστώς του όχι απλώς διασώθηκαν, αλλά έχουν καταφέρει σήμερα να ελέγξουν τα δύο τρίτα περίπου της χώρας, κατανικώντας τόσο τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους όσο και τους αντάρτες της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης.

Είναι αλήθεια, επίσης, ότι κανείς δεν πρόβαλε ουσιαστική αντίσταση στον στρατό του Πούτιν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες (που τότε είχαν πρόεδρο τον Ομπάμα) πρακτικά το αποδέχτηκαν, ενώ το Ισραήλ παρακολουθούσε από απόσταση τις εξελίξεις και παρενέβαινε μόνο επιλεκτικά.

Όσο για την Τουρκία, αν και αρχικά επιχείρησε να μπει απέναντι στους Ρώσους – θα θυμούνται οι περισσότεροι την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους και την ψυχροπολεμική περίοδο που ακολούθησε – και να πείσει τους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ να σταθούν στο πλευρό της, τελικά κατέληξε να συνάψει συμμαχία με τη Μόσχα και την Τεχεράνη, η οποία γίνεται ολοένα πιο στενή και ενοχλητική για τη Δύση.


Είναι γνωστό, τέλος, ότι μέχρι να εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κάνει σημαία του τη βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία, μη διστάζοντας μάλιστα να εκφράσει και δημοσίως τον θαυμασμό του για τον «τσάρο» Πούτιν. Και συνέχιζε να το κάνει μέχρι η επιτροπή Μιούλερ, που εξετάσει την ανάμιξη του «ρωσικού δακτύλου» στις πολιτικές εξελίξεις εντός συνόρων, να του βάλει κυριολεκτικά τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα δείχνουν να έχουν αλλάξει σε όλα τα επίπεδα. Κι αν όσον αφορά στον Τραμπ είναι μάλλον φανερό τι συμβαίνει, στην περίπτωση της Συρίας χρειάζεται να σταθούμε λίγο παραπάνω, προκειμένου να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει.

Αλλεπάλληλα στραπάτσα

Στις αρχές Φεβρουαρίου, πιο συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ κατάφεραν ένα πολύ ισχυρό χτύπημα κατά των Ρώσων στη Συρία.

Σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν τότε το φως της δημοσιότητας – τις οποίες αργότερα η Μόσχα αναγκάστηκε επί της ουσίας να επιβεβαιώσει – αμερικανικά αεροσκάφη εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση εναντίον ομάδας φιλοκυβερνητικών μαχητών, με τη δικαιολογία ότι επιχειρούσαν να διασχίσουν τον Ευφράτη και να απειλήσουν μια βάση όπου βρίσκονταν σύμμαχοι της Ουάσινγκτον. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσουν τη ζωή τους εκατοντάδες ένοπλοι, η πλειοψηφία των οποίων φέρεται πως ήταν Ρώσοι μισθοφόροι και στρατιωτικοί σύμβουλοι.

Περίπου δύο μήνες αργότερα, στις 13 Απριλίου, Αμερικανοί, Γάλλοι και Βρετανοί εκτόξευσαν πάνω από 100 πυραύλους κατά στρατοπέδων και εγκαταστάσεων του Άσαντ στη Συρία. Παρά το γεγονός ότι ούτε οι επιτιθέμενοι φάνηκε να επιδιώκουν ένα συντριπτικό πλήγμα ή μια γενικευμένη σύρραξη, η ουσία είναι ότι δεν υπήρξε καμία απολύτως αντίδραση από την πλευρά της Μόσχας σε στρατιωτικό επίπεδο – ενώ και σε διπλωματικό, η αλήθεια είναι πως οι διαμαρτυρίες της ήταν σχετικά... χλιαρές σε σύγκριση με παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν.


Τέλος, αυτή την εβδομάδα, οι Ισραηλινοί εξαπέλυσαν την πιο ισχυρή τους επίθεση στη Συρία από την αρχή του πολέμου, πριν 7 χρόνια, στοχεύοντας κυρίως τις δυνάμεις και τις υποδομές του Ιράν στη χώρα. Είχαν προηγηθεί τουλάχιστον άλλες δύο μικρότερης κλίμακας παρόμοιες επιθέσεις, προκαλώντας μάλιστα σημαντικές απώλειες στους Ιρανούς.

Κι όμως, ούτε αυτή τη φορά υπήρξε κάποια απάντηση από τη ρωσική πλευρά, παρ' ότι επλήγη ο σημαντικότερος σύμμαχός της στη Μέση Ανατολή – για την ακρίβεια, το υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε όλους τους εμπλεκόμενους να επιδείξουν... αυτοσυγκράτηση!

Και σαν να μην έφτανε αυτό, το ισραηλινό χτύπημα ήρθε λίγο μετά την απογείωση από τη Μόσχα του αεροσκάφους που μετέφερε πίσω στο Ισραήλ τον Νετανιάχου, ο οποίος ήταν τιμώμενο πρόσωπο στην μεγάλη στρατιωτική παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία για την επέτειο της αντιφασιστικής νίκης.

Οι απορίες που γεννιούνται, μετά από όλα τα παραπάνω (και από αρκετά ακόμη...), όσον αφορά τη στρατιωτική ισχύ που διαθέτει σήμερα η Μόσχα είναι προφανή.

Βεβαίως, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Πούτιν απλώς αποφεύγει κινήσεις που είναι πιθανό να τον φέρουν σε ευθεία αντιπαράθεση με τους άλλους ισχυρούς, εκτιμώντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση έχει πολύ περισσότερα να χάσει – κάτι που, σε μεγάλο βαθμό, κάνουν και οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί και οι Τούρκοι και οι Ευρωπαίοι.

Κάποιοι άλλοι ίσως ισχυριστούν, επίσης, ότι ο «τσάρος» φροντίζει να αφήνει ανοιχτούς διαύλους με όλους, μην αποκλείοντας να υπάρξουν απότομες αλλαγές στο σκηνικό και μεταβολές στη σύνθεση των στρατοπέδων αντιπάλων και συμμάχων – ή ακόμη και μια μεγάλη μοιρασιά από κοινού με τους Αμερικανούς, στο πλαίσιο μιας «νέας Γιάλτας».

Λογικές μοιάζουν αυτές οι εκδοχές.

Μήπως, όμως, δεν αρκούν;

Μήπως, δηλαδή, η «σιωπή» του Κρεμλίνου τις κρίσιμες στιγμές σημαίνει ότι στην πράξη (και αφήνοντας κατά μέρος τα πυρηνικά, για ευνόητους λόγους) είναι πολύ λιγότερο ισχυρό από ό,τι νόμιζαν οι περισσότεροι και ότι αυτό που φοβόταν η Δύση αντιπροσώπευε περισσότερο τη... σκιά του;

Ας περιμένουμε λίγο ακόμη...


Του Γιώργου Παυλόπουλου
liberal.gr
Αρχική σελίδα